Σύμφωνα με το άρθρο 1489 Α.Κ, οι γονείς φέρουν την υποχρέωση της οικονομικής ενίσχυσης των τέκνων τους. Μέχρι την ενηλικίωση των ανηλίκων και στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων για το ύψος της διατροφής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον υπόχρεο γονέα το σχετικό ποσό.
Η υποχρέωση όμως των γονέων δε σταματάει στην ενηλικίωση των τέκνων τους. Δικαίωμα διατροφής έχει και όποιος δεν μπορεί να διαθρέψει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από κατάλληλη εργασία για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις υπόλοιπες βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του.
Η σχετική διάταξη του άρθρου 1486 παρ. 1 Α.Κ αναφέρεται και στις περιπτώσεις των ενήλικων τέκνων, τα οποία, εξ’ αιτίας των συνθηκών υπό τις οποίες διακατέχονται, δεν έχουν την δυνατότητα συντηρήσεως του εαυτού τους. Η υγεία, η εργασία, η περιουσία και οι σπουδές του είναι κριτήρια για το δικαίωμα ή όχι διατροφής του ενήλικου τέκνου. Οι σπουδές είναι αναγκαίες για την απόκτηση των τυπικών προσόντων του σπουδαστή ανεξαρτήτως βαθμίδος (ΑΕΙ, ΤΕΙ, ΙΕΚ) και είναι νόμιμη η διεκδίκηση και η χορήγηση για τον συγκεκριμένο λόγο, διατροφής.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ. 1 και 1489 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα διατροφής, εκτός από το ανήλικο, έχει και το ενήλικο τέκνο, εφόσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ιδιαίτερα ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του (ΑΠ 244/2023, ΑΠ 433/2021, ΑΠ 884/2003).
Προϋπόθεση για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και συγκεκριμένα η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλη εργασία, το δε μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα.
Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου (ΑΠ 823/2000).
Ειδικότερα, στην ανάλογη διατροφή ενηλίκου τέκνου, που στερείται επαρκών περιουσιακών στοιχείων και δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να εργασθεί γιατί σπουδάζει, περιλαμβάνεται η δαπάνη για τροφή, στέγαση και εν γένει συντήρησή του, επιπλέον δε και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιοσδήποτε εκπαιδευτικής βαθμίδας, περιλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής (ΑΠ 433/2021, ΑΠ 884/2003, ΑΠ 212/1999), λαμβάνεται δε προς τούτο υπόψη η ικανότητά του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ορισμένου βαθμού και επιπέδου σπουδών (ΑΠ 117/2008, ΑΠ 396/2001).
Διάφορες οικονομικές παροχές προς τον εκπαιδευόμενο, όπως παροχή δωρεάν βιβλίων, στέγης, επιμισθίου, τροφής ή άλλων βοηθημάτων ή υποτροφίας, χωρίς να αναιρούν τη διατροφική αξίωση, αποτελούν στοιχεία προσδιορισμού της έκτασης αυτής, ενώ παροχές που συναρτώνται με ατομικές επιδόσεις του δικαιούχου (βραβεία) δεν υπολογίζονται.
Επομένως, αν οι ανάγκες διατροφής του δικαιούχου καλύπτονται ή δύνανται να καλυφθούν κατά ένα μέρος τους από την παροχή κάποιου τρίτου, φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο, από άλλη νομική αιτία και όχι από ελευθεριότητα, υποχρεώνεται για την κάλυψη αυτή (π.χ. από ασφαλιστικό οργανισμό ή οργανισμό κοινωνικών παροχών ή φοιτητική εστία), πρέπει να συνυπολογισθεί και η παροχή αυτή για τον προσδιορισμό της έκτασης των αναγκών του δικαιούχου, διότι κατά την έννοια του άρθρου 1493 εδ. β ΑΚ το περιεχόμενο της διατροφής προσδιορίζεται από το σκοπό της, ο οποίος συνίσταται στην ικανοποίηση των άμεσων βιοτικών αναγκών του δικαιούχου, με αποτέλεσμα να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές ανάγκες του και όχι οι επιθυμίες ή οι συνήθειές του (ΑΠ 598/2023, ΑΠ 22/1989, ΑΠ 1079/1986).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, δικαιούχος διατροφής είναι και εκείνος που, ενόψει των αναγκών της εκπαίδευσής του, δεν μπορεί να μετέλθει κατάλληλη εργασία, που να επιτρέπει την απρόσκοπτη συνέχιση των σπουδών του (ΑΠ 598/2023, ΑΠ 528/2015).
Η ιδιότητα του τέκνου ως φοιτητή συνεπάγεται, συνήθως, ότι αυτό δεν είναι σε θέση να ασκήσει παράλληλα οποιοδήποτε επάγγελμα ή εργασία χωρίς βλάβη της υγείας του και της επιτυχούς αντιμετώπισης των σπουδών του.
Εξάλλου, για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής, αξιολογούνται, κατ` αρχήν, τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως, όπως προεκτέθηκε, να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις του.
Μπορεί να συνυπολογιστεί οτιδήποτε παρέχει εκείνος από τους γονείς με τον οποίο διαμένει το ενήλικο τέκνο και συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του, καθώς και, η προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και φροντίδα του (ενηλίκου τέκνου), που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος, που συνδέονται με τη συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογιστεί στην υποχρέωση του γονέα για τη διατροφή του τέκνου, ενώ η ικανότητα παροχής διατροφής του υποχρέου κρίνεται από την εν γένει περιουσιακή του κατάσταση και ειδικότερα, βάσει της ικανότητάς του προς εργασία, των εισοδημάτων και της περιουσίας του.
Ειδικότερα, ερευνώνται αρχικά τα εισοδήματά του από την εργασία του ή την περιουσία του και, αν αυτά δεν επαρκούν, η αξία των περιουσιακών του στοιχείων, υποχρεουμένου αυτού, να αξιοποιήσει ή και να ρευστοποιήσει τόσα, όσα επαρκούν για την εκπλήρωση της διατροφικής του υποχρέωσης (ΑΠ 598/2023, ΑΠ 433/2021).
Αν το ενήλικο τέκνο που δικαιούται διατροφή στραφεί μόνο κατά του ενός γονέα, αφού δεν υποχρεούται να στραφεί και κατά των δύο γονέων του, δικαιούται ο εναγόμενος γονέας προς καταβολή ολοκλήρου του ποσού της διατροφής, να επικαλεστεί κατ ‘ ένσταση, κατά το άρθ. 1489 παρ.2 ΑΚ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 1592/2022, ΑΠ 995/2019, ΑΠ 680/2010).
Επισημαίνεται τέλος, ότι η ένσταση συνεισφοράς είναι ανεξάρτητη από την αίτηση διακινδύνευσης ιδίας διατροφής.
Έτσι, εάν μετά την προβολή της ένστασης συνεισφοράς και τον (κατόπιν αυτής) υπολογισμό του ποσοστού συμμετοχής εκάστου γονέα στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου, προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό συμμετοχής του χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή και με την προϋπόθεση ότι ο άλλος γονέας είναι σε θέση να πληρώσει το σύνολο της οφειλόμενης διατροφής, είναι δυνατόν να απαλλαγεί πλήρως ο εναγόμενος από τη δική του υποχρέωση (ΑΠ 433/2021, ΑΠ 676/2000, ΑΠ 804/1994).
Σε περίπτωση, όμως, μη υποβολής της σχετικής αυτής ένστασης, δεν δύναται το Δικαστήριο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την οικονομική δυνατότητα του άλλου γονέα και να κανονίσει, ανάλογα με τις δυνάμεις του κάθε γονέα, το επιδικαστέο σε βάρος του εναγομένου, ποσό της διατροφής (ΑΠ 416/2007, ΑΠ 344/2001), ενώ, εάν με την αγωγή δεν ζητείται το σύνολο του ποσού, στο οποίο αποτιμώνται οι διατροφικές ανάγκες του δικαιούχου, αλλά μόνο το μέρος το οποίο, κατά την άποψη του ενάγοντος, πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο γονέα, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις αυτού και του άλλου γονέα, ο αμυντικός ισχυρισμός ότι η αναλογία αυτή είναι διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή λειτουργεί ως άρνηση, μόνο δε τότε ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δύο γονέων πρέπει να γίνει από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα προς τα εκατέρωθεν αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά ανεξάρτητα από την πληρότητα της σχετικής καταχώρισης του ισχυρισμού στα πρακτικά ή στις προτάσεις του εναγομένου.









