Πολλές φορές, για κάποιους ιδιαίτερους λόγους, ο κληρονομούμενος δεν επιθυμεί να κληρονομηθεί από τους πλησιέστερους συγγενείς του. Είτε δεν τους περιλαμβάνει στους τιμώμενους με τη διαθήκη του και αυτοί διατηρούν το δικαίωμά τους στη νόμιμη μοίρα, είτε τους στερεί με αυτήν ακόμη και το δικαίωμα στη νόμιμη μοίρα τους.
Αυτό συμβαίνει εάν ο κληρονομούμενος τους στερεί τη νόμιμη μοίρα διότι (νέο άρθρο 1833 ΑΚ):
- Επιβουλεύθηκαν τη ζωή του ή τη ζωή του συζύγου του, του συντρόφου του με σύμφωνο συμβίωσης ή άλλου μέλους της οικογένειάς του.
- Έγιναν ένοχοι κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος και ιδίως ενδοοικογενειακής βίας κατά του ίδιου ή των παραπάνω προσώπων.
- Με βαρύ παράπτωμα επέδειξαν αχαριστία απέναντί του ή απέναντι στα πρόσωπα που αναφέρονται ανωτέρω, ιδίως δε αν αθέτησαν κακόβουλα την υποχρέωση που είχαν από τον νόμο να τον διατρέφουν.
Από τις νέες διατάξεις των άρθρων 1832, 1833, 1834 και 1835 ΑΚ προκύπτει με σαφήνεια ότι ο διαθέτης, με διάταξη τελευταίας βούλησης, μπορεί να στερήσει τον κατιόντα του από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας, για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1833 ΑΚ λόγους, οι οποίοι πρέπει α) να αναφέρονται στη διαθήκη και β) να υπάρχουν κατά τον χρόνο σύνταξης αυτής.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1833 αριθ. 2 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να στερήσει τον κατιόντα του από τη νόμιμη μοίρα και αν αυτός «έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος και ιδίως ενδοοικογενειακής βίας κατά αυτού ή των προσώπων που αναφέρονται στην περίπτωση 1».
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν απαιτείται να έχει καταδικασθεί ο κατιών από ποινικό δικαστήριο, πλην όμως το πολιτικό δικαστήριο, που ερευνά τον λόγο στέρησης της νόμιμης μοίρας, εξετάζει παρεμπιπτόντως αν συντρέχουν τα στοιχεία κακουργήματος ή πλημμελήματος με την έννοια που λαμβάνονται στο ποινικό δίκαιο.
Το δικαστήριο κρίνει εάν το πλημμέλημα είναι «σοβαρό», με βάση την εκάστοτε κρατούσα ηθική και κοινωνική αντίληψη, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Έτσι, «σοβαρό» πλημμέλημα από πρόθεση ικανό να θεμελιώσει τον πιο πάνω λόγο στέρησης της νόμιμης μοίρας είναι, μεταξύ άλλων, η σκαιά ύβρις, η χειροδικία, η απειλή χειροδικίας και λοιπές σοβαρές προσβολές κατά του διαθέτη ή των προσώπων που προστατεύονται από τον νόμο.
Εξάλλου, για να είναι έγκυρη η στέρηση από τη νόμιμη μοίρα, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής έξι προϋποθέσεις:
α) να γίνει με διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη),
β) να υπάρχει βούληση του διαθέτη να στερήσει τον κατιόντα του από τη νόμιμη μοίρα του, η οποία μπορεί να έχει διατυπωθεί ρητά (με τον όρο «στερώ από τη νόμιμη μοίρα» ή άλλη παρεμφερή έκφραση), ενδέχεται όμως και να προκύπτει ερμηνευτικά από το περιεχόμενο της διαθήκης,
γ) να συντρέχει λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 1833 ΑΚ, των οποίων αποκλείεται η διεύρυνση ή η αναλογική εφαρμογή και σε άλλες περιπτώσεις αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς του κατιόντος προς τον διαθέτη και την οικογένειά του,
δ) να αναφέρεται ο λόγος στέρησης της νόμιμης μοίρας στη διαθήκη, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου ως προς το ποιον από τους προβλεπόμενους λόγους στέρησης εννοεί ο διαθέτης,
ε) να υφίσταται ο λόγος στέρησης κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι τον θάνατο του διαθέτη και
στ) να μην έχει δοθεί συγγνώμη εκ μέρους του τελευταίου.
Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως συμβαίνει όταν η στέρηση της νόμιμης μοίρας έγινε χωρίς νόμιμο λόγο ή όταν ο λόγος που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι αληθινός ή έγινε για λόγο για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη, η στέρηση είναι άκυρη.
Κατά συνέπεια, ο στερηθείς λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του, αλλά όχι πλέον αυτής, διότι κατά το επιπλέον διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις της διαθήκης, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου της διαθήκης.
Σε περίπτωση δε στέρησης της νόμιμης μοίρας, ο στερηθείς μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της αβασιμότητας, αναλήθειας ή ανυπαρξίας των αναφερομένων στη διαθήκη λόγων στέρησης και, επομένως, της ακυρότητας της διάταξης περί στέρησης, με σκοπό την αναγνώριση περαιτέρω του κληρονομικού του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας.
Εφόσον αναγνωρισθεί τελεσιδίκως η ακυρότητα αυτή, ο μεριδούχος λαμβάνει αυτοδικαίως το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του επί της κληρονομίας του διαθέτη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.
Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων.








