Μετά την αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου με τον ν. 4800/2021, για σημαντικά ζητήματα της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου, ακόμα και όταν η επιμέλεια αυτού ασκείται από τον έναν γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού.
Μεταξύ των σημαντικών ζητημάτων καθορίζεται ήδη από το νόμο το ζήτημα της ονοματοδοσίας του τέκνου, όπως και το θρήσκευμα αυτού.
Σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων, κατ’ άρθρο 1512 ΑΚ κατά ρητή παραπομπή από τη διάταξη του άρθρου 1519 ΑΚ, αποφασίζει το δικαστήριο, όπως και σε κάθε διαφωνία των γονέων κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας μετά την άκαρπη προσπάθεια εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης (άρθρο 1512 ΑΚ).
Το δικαίωμα ονοματοδοσίας αποτελεί αυτοτελές λειτουργικό δικαίωμα των γονέων, συντελείται δε κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 344/1976 περί ληξιαρχικών πράξεων, ως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν. 1438/1984.
Σε περίπτωση, ωστόσο, διαφωνίας των γονέων, η προσφυγή στο δικαστήριο μπορεί να γίνει τόσο πριν από την επιχείρηση της πράξης, εξαιτίας της οποίας προέκυψε η διαφωνία, όσο και μετά από αυτή.
Το δικαστήριο αναζητεί λύση με βασικό του γνώμονα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που αποδείχτηκαν αλλά και ενόψει των αξιολογικών κριτηρίων που αντλούνται από τους κανόνες της λογικής, τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και από τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και της παιδοψυχιατρικής, ενώ δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα ή τη γνώμη των γονέων, ούτε από το γεγονός ότι το ανήλικο είναι ήδη βαπτισμένο (AΠ 945/2009, ΑΠ 730/2006).
Η ονοματοδοσία δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος που τελείται άπαξ, ενώ μπορεί να γίνει και μετά τη βάπτιση του τέκνου (ΟλΑΠ 240/1975).
Ακολούθως, μπορεί να μην αποδεχθεί κάποιο από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους διαδίκους γονείς ονόματα αλλά να επιλέξει διαφορετικό, μη προτεινόμενο, όνομα, ή και συνδυασμό ονομάτων από τα αντιθέτως προτεινόμενα (ΑΠ 947/1996, ΑΠ 825/1995).
Η διπλή ονομασία δεν αποτελεί πάντοτε, την ενδεδειγμένη λύση καθώς μπορεί να έχει κατά τις περιστάσεις αρνητικά αποτελέσματα στην κοινωνική εξέλιξη και στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του τέκνου.
Ο νόμος δεν ορίζει πότε το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να λάβει το δικαστήριο σχετική απόφαση.
Επομένως θα κριθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, η απόφαση δε του δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου αποτρέποντας τη διχοστασία των αισθημάτων των γονέων έναντι του τέκνου και τη διατάραξη της ψυχοσωματικής υπόστασης του τελευταίου.
Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να προκρίνει την ενότητα της οικογένειας και να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας (ΕφΠειρ 261/202).
Photo by Wesley Tingey on Unsplash







