Στυλιανός Σμπώκος Δικηγόρος - Logo

Αποδοχή κληρονομιάς με ευεργέτημα απογραφής

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Α. Κ. για την επ’ ωφελεία απογραφή της κληρονομιάς:

“Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της”. ( άρθρο 1847 Α.Κ.)

“Όσο ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομία, μπορεί να δηλώσει ότι την αποδέχεται με το ευεργέτημα της απογραφής. Η δήλωση γίνεται στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας. Η δήλωση αποδοχής θεωρείται ότι έγινε με το ευεργέτημα της απογραφής, αν ο κληρονόμος είναι πρόσωπο για το οποίο η αποδοχή της κληρονομίας γίνεται κατά το νόμο με το ευεργέτημα της απογραφής”.( άρθρο 1902 Α.Κ.)

“Ο κληρονόμος με απογραφή οφείλει να τελειώσει την απογραφή της κληρονομικής περιουσίας μέσα σε τέσσερις μήνες αφότου γίνει η δήλωση του προηγούμενου άρθρου”.( άρθρο 1903 Α.Κ.)

“Ο κληρονόμος με απογραφή ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας έως το ενεργητικό της. Καμία σύγχυση δεν επέρχεται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του έναντι της κληρονομίας”.( άρθρο 1904 Α.Κ.)

“Ο κληρονόμος χάνει το ευεργέτημα της απογραφής: αν δεν συνέταξε εμπρόθεσμα απογραφή”. (άρθρο 1911 Α.Κ.)

Ο κληρονόμος είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομιά με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή τη θέληση του.

Το δικαίωμα αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομιάς είναι προσωρινό και αμετάκλητο, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς (άρθρο 1847 ΑΚ), οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ.

Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδάφιο δεύτερο ΑΚ).

Η αποποίηση της κληρονομιάς πρέπει επί ποινή ακυρότητας να γίνει μέσα σε αποκλειστική, αποσβεστική προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε που ο κληρονομούμενος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής (ΑΠ 725/2014), με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς (1847 ΑΚ).

Η προθεσμία αποποίησης είναι ενιαύσια α) όταν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία του στο εξωτερικό και β) εφόσον ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή, ενώ διέμενε στο εξωτερικό, οπότε η προθεσμία είναι ενιαύσια.

Με τη συμπλήρωσή της προθεσμίας αποποίησης κατ΄ αρχήν αποσβήνεται το διαπλαστικό δικαίωμα της αποποίησης, ενώ με την άπρακτη για τον κληρονόμο παρέλευσή της επέρχεται πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς (ΑΚ 1850 εδ. β ΑΚ).

Η προθεσμία της αποποίησης τρέχει, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και κατά προσώπων ανικάνων προς δικαιοπραξία (βλ. ΑΠ 338/2004). Σε περίπτωση που ο κληρονόμος τελεί υπό νόμιμη εκπροσώπηση (π.χ. γονική μέριμνα), μόνο ο νόμιμος εκπρόσωπος του (π.χ. ο γονέας) δικαιούται να αποποιηθεί την κληρονομιά που έχει επαχθεί στον αντιπροσωπευόμενο τηρουμένων των διατυπώσεων που ο νόμος επιτάσσει. (βλ. Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ΑΚ 1849-1851, αριθ. 19, σελ. 549). Από το συνδυασμό των διατάξεων 1527ΑΚ και 1912 ΑΚ προκύπτει ότι, επί ανηλίκων, η αποδοχή της κληρονομιάς γίνεται πάντοτε, είτε δηλαδή έγινε ρητά είτε με παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση, με τον όρο της απογραφής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1526 ΑΚ, οι γονείς δεν μπορούν χωρίς την άδεια του δικαστηρίου να επιχειρήσουν στο όνομα του τέκνου τις πράξεις που απαγορεύονται και στον επίτροπο ανηλίκου χωρίς άδεια του δικαστηρίου.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των περιουσιακών συμφερόντων του τέκνου, αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου, του οποίου η εφαρμογή δεν μπορεί να αποκλειστεί με αντίθετη ιδιωτική βούληση (αρθρ. 3 ΑΚ), η δε προβλεπόμενη κύρωση, σύμφωνα με το άρθρο 1528 ΑΚ, είναι η ακυρότητα των πράξεων που επιχειρήθηκαν χωρίς την τήρηση της παραπάνω διατύπωσης.

Οι πράξεις τις οποίες δεν μπορούν να επιχειρήσουν οι γονείς χωρίς άδεια του δικαστηρίου απαριθμούνται ρητά με την παραπομπή στις διατάξεις των άρθρων 1624 και 1625 ΑΚ, μεταξύ των οποίων (πράξεων) περιλαμβάνεται η αποποίηση της επαχθησόμενης στον ανήλικο κληρονομιάς. (ΕφΑθ 6512/2008).

Έτσι η κατά τα άρθρα 1847 και 1848 ΑΚ δήλωση αποποίησης είναι άκυρη και στην περίπτωση που έλαβε χώρα χωρίς να δοθεί άδεια από το δικαστήριο.

Η για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της αποποίησης σημαίνει ότι δεν επέρχονται οι εκ του νόμου (ΑΚ 1856) συνέπειες της αποποίησης, ώστε μπορεί να οριστικοποιηθεί το κληρονομικό δικαίωμα του εκπροθέσμως ή εν γένει ακύρως αποποιηθέντος. (Γνση ΝΣΚ 213/2016.

Η με τη διάταξη 1528 ΑΚ θεσπιζόμενη ακυρότητα είναι σχετική, προτεινόμενη μόνον από τον πατέρα, τη μητέρα, το τέκνο και τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του κατά παντός (ΕφΘεσσαλ 2609/2006, Μπαλής, Οικογενειακό Δίκαιο, σελ. 416, 424, Πουλιάδη σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο ΑΚ άρθρο 1526, 1528, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Οικογενειακό Δίκαιο άρθρα 1624,1630, Β. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, άρθρα 1526, 1528).

Η σχετική ακυρότητα έχει ταχθεί για την προστασία του συμφέροντος ορισμένου προσώπου (άρθρο 175 εδ. β ΑΚ) και πρέπει να γίνει επίκληση της από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο.

Μέχρι να προβληθεί η ακυρότητα από τον δικαιούμενο, δικαστικώς ή εξωδίκως, η δικαιοπραξία παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της.

Άσκηση αγωγής για την ακύρωση της δικαιοπραξίας δεν απαιτείται, αλλά και δεν αποκλείεται, αφού η επίκληση μπορεί να γίνει και εξωδίκως.

Η ακυρότητα προτείνεται έναντι όλων όσων στηρίζουν δικαιώματα στην άκυρη δικαιοπραξία, ανεξάρτητα από το αν ήταν καλόπιστοι ή όχι ως προς την ακυρότητα. (βλ.ΑΠ 321/2009).

Κατ΄ εξαίρεση, ορισμένες διατάξεις προβλέπουν την προστασία καλόπιστων τρίτων, όπως οι ΑΚ 139,466,1036 και 1209.

Επομένως, η προστασία του καλόπιστου τρίτου ισχύει μόνο κατ΄ εξαίρεση.

Ο γενικός κανόνας είναι ότι οι δημοσίας τάξης διατάξεις που προβλέπουν τις ακυρότητες επικρατούν εις βάρος συμφερόντων τρίτων.

Το δικαίωμα επίκλησης της ακυρότητας, τόσο της απόλυτης όσο και της σχετικής, δεν υπόκειται σε παραγραφή ούτε σε αποσβεστική προθεσμία.

Μπορεί, όμως, να αποδυναμωθεί κατά την ΑΚ 281, εάν ο δικαιούμενος να επικαλεσθεί την ακυρότητα αδρανήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα και δημιουργήσει στον τρίτο την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα του.

Η σχετική ακυρότητα δημιουργεί κατάσταση αβεβαιότητας ως προς το κύρος της διάθεσης, είναι, όμως, δεκτική θεραπείας, αν αυτός που δικαιούται να την επικαλεστεί, συναινέσει στην άκυρη δικαιοπραξία ή παραιτηθεί, με οποιονδήποτε τρόπο από την επίκληση της ακυρότητας, (ΑΚ 239 παρ.2).

Συνέπεια της συναίνεσης ή της παραίτησης είναι ότι η άκυρη δικαιοπραξία καθίσταται απρόσβλητη (Απόστολος Σ. Γεωργιάδης «ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ» σελ. 552, 553, 554, 557, 558).

Ως εκ τούτου, η απαγορευμένη διάθεση γίνεται απρόσβλητη και δεν υπάρχει νόμιμο εμπόδιο να αναπτύξει ενέργεια έγκυρης εξ υπαρχής δικαιοπραξίας.

Η παραίτηση από το δικαίωμα προς επίκληση της σχετικής ακυρότητας της αποποίησης, συνιστά νομικό γεγονός που επάγεται απώλεια του δικαιώματος τούτου, μπορεί να γίνει, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και με άτυπη, μονομερή, μη απευθυντέα προς άλλον δήλωση βούλησης, είτε ρητή είτε σιωπηρή, συναγόμενη, δηλαδή, συμπερασματικώς από πράξεις που εμφαίνουν βούληση παραίτησης και αν ακόμη περιλαμβάνονται στην κληρονομιά εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, η σύμβαση μεταβίβασης των οποίων απαιτείται να γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου (βλ.ΟλΑΠ 935/1975, ΑΠ 1017/2009, 2177/2014 ΑΠ).

Σε “εγκυροποίηση”, κατά την έννοια αυτή, της απαγορευμένης διάθεσης οδηγεί και η απώλεια του έννομου συμφέροντος προς επίκληση της σχετικής μ΄ αυτή ακυρότητας, αφού το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει κυρίως κατά το χρόνο της επίκλησης, με την οποία ενεργοποιείται η σχετική ακυρότητα, ενώ παρόμοιο αποτέλεσμα “εγκυροποίησης” της απαγορευμένης διάθεσης δημιουργείται και αν κατά παραδοχή σχετικής ένστασης θεωρηθεί ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ η επίκληση της ακυρότητας της. (20/2015 ΟΛ ΑΠ).

Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου της, κληρονομιάς, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονομούμενος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής (ΑΠ 725/2014 ΝοΒ 68.2131), ενώ αν περάσει η παραπάνω προθεσμία, η κληρονομιά θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή.

Ωστόσο, προς άρση της αβεβαιότητας για τη τύχη της προς τον κληρονόμο επαγωγής μετά την πάροδο απράκτου της τετράμηνης αποσβεστικής προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομιάς, η διάταξη του άρθρου 1850 εδαφ.β’ ΑΚ καθιερώνει υπό μορφή νομίμου αμάχητου τεκμηρίου, το πλάσμα δήλωσης του κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής απρακτήσαντος κληρονόμου για αποδοχή της κληρονομιάς.

Για το λόγο αυτό η εν λόγω αποδοχή χαρακτηρίζεται ως πλασματική αποδοχή κληρονομιάς και ως μία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η σιωπή επέχει θέση δήλωσης βούλησης (ΕφΑΘ 2226/2013 ΕλλΔνη 2014.490).

Εξάλλου, γνώση της επαγωγής, ως γεγονός της έναρξης της τετράμηνης προθεσμίας, νοείται η γνώση από τον κληρονόμο του θανάτου του κληρονομούμενου, γνώση δε του λόγου επαγωγής συνιστά η εκ διαθήκης ή κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή κλήση του κληρονόμου στην κληρονομιά.

Εξάλλου, όταν πρόκειται για εξ αδιαθέτου διαδοχή, οπότε η συγγενική σχέση μεταξύ κληρονόμου και κληρονομουμένου είναι από την αρχή δεδομένη και γνωστός στον κληρονόμο ο χρόνος του θανάτου του κληρονομούμενου, η τετράμηνη προς αποποίηση προθεσμία αρχίζει κατά κανόνα (εκτός συνδρομής μεταγενέστερων της επαγωγής γεγονότων, όπως έκπτωση του προηγουμένου, αποποίηση κ.λπ.) από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου συγγενούς του.

Όταν ο κληρονόμος αποποιηθεί νομίμως και εμπροθέσμως την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά, θεωρείται η προς τον αποποιηθέντα επαγωγή ότι δεν έγινε και η κληρονομιά επάγεται σε εκείνον, ο οποίος θα εκαλείτο εάν ο αποποιηθείς δε ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία της αποποίησης της κληρονομιάς στη μερίδα εκείνου που αποποιήθηκε δεν αρχίζει από τη γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου, αλλά από τη γνώση της αποποίησης, διότι στην περίπτωση αυτή η επαγωγή της κληρονομιάς συνδέεται με γεγονότα μεταγενέστερα του θανάτου του κληρονομουμένου (αποποίηση).

Και ναι μεν και πάλι κατά πλάσμα του νόμου ο χρόνος επαγωγής ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου σαν να μην υπήρχε εκείνος που αποποιήθηκε, όμως, όπου ο νόμος απαιτεί για κάποια νομική ενέργεια γνώση της επαγωγής εννοεί και τα μεταγενέστερα αυτά γεγονότα προ της γνώσεως των οποίων η προς αποποίηση προθεσμία δεν αρχίζει (ΑΠ 1534/2011).

Η προθεσμία της αποποίησης τρέχει, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και κατά προσώπων ανικάνων προς δικαιοπραξία, αναστέλλεται δε η προθεσμία αυτή κατά την ρητή διατύπωση του άρθρου παρ. 3 ΑΚ εκ των αυτών λόγων, που αναστέλλεται και η παραγραφή, με συνέπεια την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 255 και 258 παρ. 2 ΑΚ (ΑΠ 1087/2011).

Έτσι, εάν ο κληρονόμος εμποδίστηκε να ασκήσει το δικαίωμα της αποποίησης από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας μέσα στην ως άνω τετράμηνη προθεσμία, υπάρχει θέμα αναστολής της λόγω του ότι πρόκειται για προθεσμία μικρότερη των, έξι μηνών- η προθεσμία αυτή δε λήγει πριν από την παρέλευση τεσσάρων μηνών από την παύση της αναστολής, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 257 εδ.β’ ΑΚ (Ν. Παπαντωνίου, Κληρονομικό Δίκαιο, Εκδ.5η, παρ. 19. IV, σελ. 91).

Γίνεται λοιπόν δεκτό ότι αποτελεί λόγο ανώτερης βίας, που αναστέλλει τη συμπλήρωση της προθεσμίας, ο χρόνος από τότε που ο νόμιμος αντιπρόσωπος υπέβαλε στο Δικαστήριο την αίτηση να του δοθεί η άδεια για αποποίηση, μέχρι να εκδοθεί σχετική προς τούτο οριστική απόφαση, αφού άλλως δεν είναι δυνατή η αποποίηση της επαχθείσης στον ανήλικο κληρονομιάς από το νόμιμο αντιπρόσωπο αυτού (ΑΠ 493/2003).

Αν ο κληρονόμος τελεί υπό νόμιμη εκπροσώπηση, όπως για παράδειγμα το ανήλικο τέκνο που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς του, το στοιχείο της γνώσης κρίνεται στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου, αφού μόνον αυτός δικαιούται να αποποιηθεί την κληρονομιά που έχει επαχθεί στον αντιπροσωπευόμενο τηρουμένων των διατυπώσεων που ο νόμος επιτάσσει, προκειμένου δε περί αποποιήσεως ανηλίκου πρέπει να υποβληθεί αίτηση από τον εκπροσωπούντο αυτόν και να χορηγηθεί προς τούτο η σχετική άδεια.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1857 εδ. β’ περ. α,γ και δ ΑΚ, η αποδοχή της κληρονομιάς που οφείλεται σε πλάνη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1847 παρ.1 εδα. α’, 1850, 1857, 14 (και 141 του ΑΚ προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομιάς που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησής της μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης, όταν η αποδοχή που συνάγεται με τον τρόπο αυτόν κατά πλάσμα του νόμου δε συμφωνεί με τη βούληση του κληρονόμου από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της κατάστασης που διαμόρφωσε τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της αποποίησης.

Η εσφαλμένη αυτή γνώση όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων γιο την αποδοχή της κληρονομιάς (ΟλΑΠ 3/1989 Νοβ 38.606, ΑΠ 173/2014 Νοβ 62.1434, ΑΠ 496/2013 Νοβ 61.1916).

Ειδικότερα, η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μια νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου.

Η κληρονομιά επάγεται σ’ εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρο 1856 ΑΚ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ.1 και 2 του ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομιάς είναι αμετάκλητη, ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απειλή ή απάτη κρίνεται σύμφωνο με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες.

Ειδικότερο αποδοχή ή αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ως προς το λόγο της επαγωγής, έστω και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησης εκείνου που αποδέχθηκε ή αποποιήθηκε είναι άκυρη (άρθρο 1851 ΑΚ).

Δεν αποκλείεται, όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ.1 του ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης, που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής, ή που είναι αποτέλεσμα απάτης, ή απειλής.

Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνο με τις γενικές διατάξεις γιο τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρα 140 επ. 147 επ.. 150 επ. ΑΚ),που εφαρμόζονται, ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 παρ. 2-4 ΑΚ.

Έτσι, αν πρόκειται γιο δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 του ΑΚ, ον κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δε συμφωνεί οπό ουσιώδη πλάνη, με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτούμενης γιο τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματική κατάσταση.

Προς την πλάνη με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή από μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, γιατί αν έχει πλήρη επίγνωση της άγνοιάς του δεν πλανάται (ΑΠ 725/2014 ο.π.).

Η γνώση του κατάχρεου της κληρονομιάς και η για το λόγο αυτό αποποίησή της δε θεμελιώνει δικαίωμα ακύρωσης λόγω πλάνης της αποδοχής κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 εδαφ. γ’ ΑΚ, που ορίζει ότι η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομιάς δεν είναι ουσιώδης, και, ως εκ τούτου, δεν προσπορίζει δικαίωμα ακύρωσης της αποδοχής (ΟλΑΠ 3/1989 ό.π.).

Υπάρχει πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομιάς και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομιάς κατά τον ΑΚ που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 του ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει την γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και β) σε άγνοια μόνο της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 του ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 του ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης (ΑΠ 827/2017 ΝοΒ 66.1016, ΑΠ 951/2013).

Τέλος, απαιτουμένης θετικής γνώσης της επαγωγής και του λόγου της και μη αρκούσης της υπαίτιας άγνοιας αυτής, η κίνηση της πιο πάνω τετράμηνης προθεσμίας δεν άρχεται σε περίπτωση πλάνης του κληρονόμου ως προς την επαγωγή και το λόγο της, ως γεγονότων που αφετηριάζουν την εν λόγω προθεσμία.

Ειδικότερα η από τον κληρονόμο μη γνώση της προς αυτόν επαγωγής και του λόγου της εξ αιτίας άγνοιας ή εσφαλμένης γνώσης των νομικών ρυθμίσεων περί αποδοχής κληρονομιάς, αποτρέπει την έναρξη της κρίσιμης προθεσμίας (ΟλΑΠ 3/1989, Ειρ. Αθ. 857/2019, ο.π., Γεωργιάδη – Σταθόπουλου).

Για να ισχύσει το ευεργέτημα της απογραφής και να καταστεί ο ανήλικος κληρονόμος μόνο του ενεργητικού (και όχι του παθητικού) της κληρονομίας που του επάγεται και την αποδέχεται ρητά ή πλασματικά, πρέπει, συμμορφούμενος με τη διάταξη του 1912 ΑΚ, να συντάξει (οι νόμιμοι εκπρόσωποί του ή ο ίδιος εφόσον ενηλικιωθεί) απογραφή το αργότερο εντός ενός έτους από την ενηλικίωσή του, αλλιώς επέρχεται έκπτωση από το ευεργέτημα αυτό που του δίνει ο νόμος.

Σχετικά, το άρθρο 1912 ΑΚ ορίζει: «Σε περίπτωση προσώπων ανίκανων ή με περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία, για τα οποία η αποδοχή της κληρονομίας γίνεται κατά το νόμο με το ευεργέτημα της απογραφής, έκπτωση από το ευεργέτημα επειδή δεν συντάχθηκε απογραφή επέρχεται αν μέσα σε ένα χρόνο, αφότου τα πρόσωπα έγιναν απεριορίστως ικανά, δεν έκαναν την απογραφή».

Photo by Valeriia Miller on Unsplash.

Υπεύθυνη & αποτελεσματική νομική υποστήριξη

Επικοινωνήστε με το δικηγορικό μας γραφείο για πλήρη νομική κάλυψη