Στυλιανός Σμπώκος Δικηγόρος - Logo

Το δικαίωμα διατροφής συζύγου κατά τη διάρκεια της διάστασης

Από τις διατάξεις των άρθρων 1380, 1390, 1391 ΑΚ, προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, ανεξάρτητα από το εάν ο ένας σύζυγος είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, το μέτρο δε της διατροφής καθενός από αυτούς προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και αν κάποιος διέκοψε από εύλογη αιτία την έγγαμη συμβίωση, οφειλόμενη είτε σε υπαιτιότητα του άλλου, είτε σε κοινή υπαιτιότητα είτε σε ανυπαίτιο γεγονός.

Η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλον πληρώνεται σε χρήμα προκαταβολικά και προσδιορίζεται αφού ληφθούν υπόψη και οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης.

Ειδικότερα από τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει ότι το μέτρο της συνεισφοράς του κάθε συζύγου ανάλογα με τις δυνάμεις του για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δαπάνες τοκετού, προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωση του γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία των συζύγων.

Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, η υποχρέωση διατροφής, που υποκαθιστά την υποχρέωση συνεισφοράς αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει «κοινός οίκος», ούτε «οικογενειακές ανάγκες», διέπεται από τους ίδιους κανόνες των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ και επομένως, ως στοιχείο για τον υπολογισμό της συμβολής του κάθε συζύγου για τη διατροφή του άλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη, εκτός από τα άνω στοιχεία, και η περιουσία (ΟλΑΠ 9/1991).

Η διατροφή αυτή δεν εξομοιώνεται με τη διατροφή από το νόμο, που ρυθμίζεται από τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ (ΑΠ 676/2000), ούτε ταυτίζεται με τη διατροφή του άρθρου 1442 ΑΚ για τον αδυνατούντα μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο σύζυγο να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα ή την περιουσία του (ΑΠ 272/2004 ό.π.).

Επομένως, ο σύζυγος που διέκοψε από εύλογη αιτία τη συμβίωση, δικαιούται να ζητήσει από τον άλλο σύζυγο διατροφή σε χρήμα υπό τις προϋποθέσεις που θα εδικαιούτο τέτοια διατροφή κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης από τα εισοδήματα του άλλου συζύγου, ανεξάρτητα από το αν βρίσκεται σε αδυναμία να αντιμετωπίσει τη διατροφή του.

Στην περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, η οφειλόμενη από τον ένα σύζυγο στον άλλο διατροφή πληρώνεται σε χρήμα και προκαταβάλλεται κάθε μήνα, όπως ρητά προβλέπει η ΑΚ 1391 παρ. 1.

Η διάταξη όμως αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως οι σύζυγοι μπορούν να συμφωνήσουν άλλο τρόπο εκπλήρωσης της σχετικής υποχρέωσης απ’ αυτόν που προβλέπεται στην άνω διάταξη.

Δεν είναι όμως ισχυρή η συμφωνία ότι η διατροφή θα προκαταβάλλεται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ένα μήνα ή μεγαλύτερο από το διάστημα που όρισε το δικαστήριο.

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 της ίδιας ως άνω διάταξης, αυτή η υποχρέωση διατροφής παύει ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, πρόκειται για μια γενική ρήτρα επιείκειας που δίνει τη δυνατότητα στο δικαστή να εκτιμήσει τη συγκεκριμένη περίπτωση και να δώσει με την απόφασή του επιεική λύση.

Η ρήτρα αυτή εφαρμόζεται τόσο στον αρχικό καθορισμό του ποσού της διατροφής, όσο και στην μεταγενέστερη αναπροσαρμογή του, αναφέρεται δε σε γεγονότα που επηρεάζουν τις οικονομικές δυνάμεις ή τις ανάγκες είτε του δικαιούχου είτε του υπόχρεου της διατροφής.

Οι δαπάνες τοκετού της μητέρας-συζύγου, στις οποίες υποβλήθηκε, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, αποτελούν διατροφικές αξιώσεις της οι οποίες μπορούν να αξιωθούν από τον υπόχρεο σύζυγο κατά τις ισχύουσες περί διατροφής διατάξεις (ΕφΑθ 6692/2011).

Στην αγωγή περί διατροφής του συζύγου που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, ο ενάγων να επικαλείται τη συζυγική ιδιότητα, τη διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία και ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό, ενώ δεν απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή, ούτε και στην απόφαση με την οποία επιδικάζεται διατροφή λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, η αποτίμηση της συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας.

Ακόμη, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εκλείπει το στοιχείο της από κοινού συμβολής των συζύγων στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, έτσι ώστε δικαιούχος της χρηματικής διατροφής του άρθρου 1391 παρ. 1 του ΑΚ είναι ο σύζυγος, ο οποίος υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά, οπότε, αν διέκοψε τη συμβίωση για εύλογη αιτία, του οφείλεται σε χρήμα ως διατροφή η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς.

Για τη θεμελίωση αυτής της αξίωσης διατροφής απαιτείται είτε ο δικαιούχος της διατροφής σύζυγος να διέκοψε ο ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, όπως ρητά ορίζεται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1391 του ΑΚ, είτε, κατ΄ επέκταση, η διακοπή να προήλθε από την πλευρά του υπόχρεου για διατροφή συζύγου (ΑΠ 1967/2014, ΑΠ 1217/2007).

Εύλογη αιτία για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης είναι οποιοδήποτε γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει τη διάσπαση της συμβίωσης.

Ο τρόπος με τον οποίο επέρχεται η διάσπαση (εγκατάλειψη ή αποπομπή) δεν ενδιαφέρει.

Η εύλογη αιτία μπορεί να οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενός από τους συζύγους ή και σε κοινή υπαιτιότητα (ΑΠ 1967/2014, ΑΠ 1031/1993).

Ο υπόχρεος σε διατροφή σύζυγος, ο οποίος ενάγεται με βάση το άρθρο 1391 ΑΚ, δεν μπορεί να προβάλλει την ένσταση διακινδύνευσης της δικής του διατροφής κατά το άρθρο 1487 ΑΚ, παρά μόνο ως ένσταση παραπομπής σε άλλον υπόχρεο κατά το άρθρο 1491 ΑΚ (ΑΠ 1661/1998).

Η τύχη των κινητών πραγμάτων

Σε ότι αφορά την τύχη των κινητών πραγμάτων τα οποία ανήκουν στην κυριότητα του ενός συζύγου, τα πράγματα αυτά δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 1394 Α.Κ. να παραλάβει ο σύζυγος στον οποίο ανήκουν, έστω και αν χρησιμοποιούνταν αυτά στη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης από αμφότερους τους συζύγους ή ακόμη και μόνο από τον άλλο σύζυγο.

Για να αποδειχθεί η κυριότητα στα πράγματα αυτά, θα εφαρμοστούν (μεταξύ άλλων) και τα ειδικά τεκμήρια κυριότητας του άρθρου 1398 παρ. 2-3 ΑΚ.

Παρόλα αυτά με τη διάταξη του άρθρου 1304 εδ. β’ ΑΚ θεσπίζεται ρητά υποχρέωση του κυρίου να παραχωρήσει στο μη κύριο σύζυγο τη χρήση ορισμένων κινητών πραγμάτων, τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα για τη χωριστή εγκατάσταση του μη κυρίου, αν αυτό επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας.

Κινητά πράγματα, τα οποία δεν αποτελούν μέρος της οικοσκευής, δεν εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 1394 εδ. β’ ΑΚ.

Το άρθρο 1395 ΑΚ αναφέρεται στα κινητά πράγματα, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα αμφοτέρων των συζύγων.

Η χρήση αυτών των πραγμάτων κατανέμεται με συμφωνία των συζύγων ανάλογα με τις προσωπικές ανάγκες τους.

Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ανάμεσα στους συζύγους ως προς την κατανομή των κοινών κινητών πραγμάτων τους, η χρήση τους κατανέμεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση για τη χρήση που παραχωρεί.

Σχετικά με την έννοια των κινητών του συζυγικού οίκου ο νόμος διακρίνει μεταξύ «οικιακών αντικειμένων» (ΑΚ 1394 εδ. β’) και κινητών «που τα χρησιμοποιούν και οι δύο σύζυγοι ή μόνο ο ένας από αυτούς» (ΑΚ 1394 εδ. α’. 1395 εδ. α’. 1398).

Ο νόμος δεν αναφέρει ποια αντικείμενα θεωρούνται οικιακά, παρά μόνο στο άρθρο 1820 εδ. β’ ΑΚ, στο οποίο γίνεται λόγος ενδεικτικά για έπιπλα, σκεύη, ενδύματα.

Πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην έννοια των οικιακών αντικειμένων περιλαμβάνονται τα κινητά, τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στον ένα ή και τους δύο συζύγους ή για τα οποία υπάρχει προσδοκία απαίτησης της κυριότητας ενός ή και των δύο συζύγων και τα οποία προορίζονται να εξυπηρετούν τον κοινό ιδιωτικό βίο των συζύγων.

Ακόμη και ο σύζυγος που εγκατέλειψε τον συζυγικό οίκο χωρίς εύλογη αιτία, έχει δικαίωμα καταρχήν να παραλάβει από την οικογενειακή στέγη τα κινητά που του ανήκουν, εκτός αν πρόκειται για οικιακά αντικείμενα που είναι απολύτως απαραίτητα, για να συνεχιστεί η συμβίωση του άλλου συζύγου ή για να διευκολυνθεί η χωριστή εγκατάσταση του και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1394 εδ. β’ ΑΚ, δηλαδή αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας. Το δικαστήριο, όμως, έχει τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του και στοιχεία υπαιτιότητας, όταν πρόκειται να αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 1394 εδ. β’ ΑΚ, αν την παραχώρηση της χρήσης των οικιακών αντικειμένων στον άλλο σύζυγο επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1394, 1395, και 1398 ΑΚ, ο κάθε σύζυγος δικαιούται, αν διακοπεί η συμβίωση, να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν (δηλαδή τα κινητά, στα οποία έχει κυριότητα, επικαρπία ή απλώς κατοχή), ακόμη και αν μέχρι την αποχώρηση του τα πράγματα αυτά τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή μόνος ο άλλος σύζυγος.

Αν ο άλλος σύζυγος εμποδίζει την παραλαβή αυτών των πραγμάτων, π.χ. με απόκρυψη ή απομάκρυνση, ο δικαιούχος έχει εναντίον του τις οικείες εμπράγματες αγωγές σύμφωνα με τα άρθρα 1094, 1108 ΑΚ) ή αγωγές της νομής (άρθρα 987, 989 ΑΚ).

Ο εναγόμενος σύζυγος, εφόσον δεν συντρέχει η εξαίρεση του άρθρου 1394 εδ. β’ ΑΚ, δεν μπορεί να αντιτάξει με ένσταση ότι έχει δικαίωμα συγκατοχής έναντι του ενάγοντος (βλ. άρθρα 1095, 1108 παρ. 2 ΑΚ), διότι με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε η υποχρέωση του ενάγοντος συζύγου να παραχωρεί στον άλλο σύζυγο τη χρήση των κινητών που του ανήκουν.

Το τεκμήριο του άρθρου 1398 παρ. 1 ΑΚ δεν ισχύει, αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, οπότε ισχύουν και πάλι οι διατάξεις των άρθρων 1110 – 1111 ΑΚ (ΕφΛαρ 3/2011).

Έτσι. αν το κινητό που ανήκει στον ένα σύζυγο το κατακρατεί ο άλλος δίχως να συντρέχουν οι όροι της ΑΚ 1394 εδ. β’., ο κύριος μπορεί να ασκήσει εναντίον του είτε τη διεκδικητική αγωγή της ΑΚ 1094 όταν επιδιώκει την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση σε αυτόν του πράγματος, είτε την αγωγή της ΑΚ 1394 εδ. α’ όταν στοχεύει απλώς στην ανάκτηση της χρήσης του κινητού (ΜΠρΑθ 546/1990. Ισοκράτης).

Στην περίπτωση λύσης του γάμου με διαζύγιο ο ν. 1329/1983 δεν προέβλεψε καμία ειδική ρύθμιση σχετικά με την τύχη των πραγμάτων του συζυγικού οίκου.

Επομένως θα εφαρμοστούν οι γενικές διατάξεις για προστασία της κυριότητας, νομής κ.λπ.. επικουρούμενες από τα τεκμήρια των άρθρων 1398 παρ. 2 και 3 (ΕφΘεσ 1464/2017).

Η ρύθμιση της χρήσης των κινητών, όπως άλλωστε και η ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, αποτελεί δικαίωμα αυτοτελές και αυθύπαρκτο κάθε συζύγου, που ασκείται αυτοτελώς με κύρια αγωγή, η δε απόφαση που εκδίδεται επ’ αυτής έχει καταψηφιστικό χαρακτήρα.

Photo by JEREMY MALECKI on Unsplash.

Υπεύθυνη & αποτελεσματική νομική υποστήριξη

Επικοινωνήστε με το δικηγορικό μας γραφείο για πλήρη νομική κάλυψη