Μετά το θάνατο κάποιου προσώπου, είναι πολύ συχνή η σύγκρουση των κληρονόμων με αντικείμενο την κληρονομιαία περιουσία και το περιεχόμενο κοινών τραπεζικών λογαριασμών.
Στην περίπτωση μάλιστα που ο θανών, πέραν των λοιπών κινητών και ακινήτων, είχε και τραπεζικούς λογαριασμούς, οι αντιδικίες είναι συχνά αμφίρροπες και έντονες, κυρίως λόγω της προσωπικής σύνδεσης του θανόντος τόσο με αυτούς που επέλεξε να έχει συνδικαιούχους στον τραπεζικό του λογαριασμό, όσο και με αυτούς που (είτε εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης) είναι κληρονόμοι ή αναγκαίοι κληρονόμοι και νόμιμοι μεριδούχοι της κληρονομιαίας περιουσίας.
Πρέπει να αναφερθεί πως ο τραπεζικός λογαριασμός ανήκει στα πράγματα της κληρονομιάς και ως εκ τούτου μετά το θάνατο του δικαιούχου, ο τραπεζικός λογαριασμός μεταβιβάζεται στους κληρονόμους σύμφωνα με την κληρονομική διαδοχή (άρθρο 1710 ΑΚ).
Έτσι, όταν οι κληρονόμοι είναι περισσότεροι από ένας, αναλαμβάνει καθένας από τον τραπεζικό λογαριασμό το ποσοστό που του αναλογεί, σύμφωνα με τη μερίδα του στην κληρονομία.
Για την ανάληψη του ποσού από τον τραπεζικό λογαριασμό, πρέπει ο κληρονόμος να προσκομίσει στην τράπεζα κατά κανόνα κληρονομητήριο ή αναγνωριστική δικαστική απόφαση, ή τουλάχιστον τα έγγραφα που απαιτούνται για την έκδοση κληρονομητηρίου. Η συντριπτική πλειοψηφία των τραπεζών ζητούν την προσκόμιση κληρονομητηρίου.
Αυτό συμβαίνει στην (απλή) περίπτωση κατά την οποία ο θανών ήταν ο μόνος δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού.
Ποια όμως είναι η τύχη της κατάθεσης σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους δικαιούχους, όταν έχουμε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, δηλαδή όταν πέραν του θανόντος υπάρχουν και άλλοι συνδικαιούχοι του λογαριασμού, που παραμένουν εν ζωή;
Με την υπ’ αριθ. 381/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, δίδονται απαντήσεις επί των ζητημάτων. Ειδικότερα, σύμφωνα με το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης:
«…Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 5368/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α’ του ν.δ. 118/1973: “χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι (παρ.1). Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγουμένη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν (παρ. 2)“.
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, 411, 489, 490, 491, και 493 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ’ ονόματι του ιδίου του καταθέτου και τρίτου ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτου και του τρίτου αφ’ ενός και του δέκτου της καταθέσεως νομικού προσώπου αφ’ ετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δέκτου της καταθέσεως και ως προς τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά πλέον εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από την μεταξύ των εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/1932, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ εδ. α’ του ν.δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι
“επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου.” και ότι “Διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων…ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως”.
Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη των οποίων αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τραπέζης στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και προς τις προδιαληφθείσες τοιαύτες, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός των καταθετών, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τραπέζης, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τραπέζης.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τραπέζης, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσόν της καταθέσεως οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ’ εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.
Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τραπέζης θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τραπέζης ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (Α.Π. 1691/2014, 405/2007, 380/2006)».
Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί πως στην πράξη οι τράπεζες έχουν συμπεριλάβει στις συμβάσεις ανοίγματος κοινού τραπεζικού λογαριασμού ήδη τους όρους αυτούς, οπότε σύμφωνα με τα ανωτέρω μετά το θάνατο του συνδικαιούχου, ο επιζών συνδικαιούχος δικαιούται να λάβει τα χρήματα.
Με τη σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, που συνάπτεται ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους ενδιαφερόμενους και μία τράπεζα, συμφωνείται ότι θα καταθέτουν οι δικαιούχοι του λογαριασμού χρήματα σε αυτόν και παράλληλα ο κάθε ένας δικαιούχος θα μπορεί να κάνει μερική ή ολική χρήση του λογαριασμού, εκταμιεύοντας χρήματα από αυτόν χωρίς τη σύμπραξη των άλλων συνδικαιούχων. Με αυτή τη συμφωνία, κάθε δικαιούχος μπορεί να εκταμιεύσει όλα τα χρήματα που είναι κατατεθειμένα στο λογαριασμό και αντίστοιχα η τράπεζα υποχρεούται να αποδώσει τα χρήματα του λογαριασμού μόνο μία φορά.
Επομένως, σε περίπτωση που κάποιος συνδικαιούχος εκταμιεύσει όλα τα χρήματα από κοινό λογαριασμό, η τράπεζα καμία υποχρέωση ή ευθύνη δεν έχει έναντι των υπολοίπων συνδικαιούχων για τα χρήματα αυτά.
Οι υπόλοιποι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα αναγωγής κατ’ εκείνου που ανέλαβε τα χρήματα.
Προστατεύονται όμως και με ποιο τρόπο οι νόμμοι μεριδούχοι του αποβιώσαντος συγκαταθέτη;
Ως σημειώθηκε, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο, ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών είτε και όλοι οι κατ’ ιδία δικαιούχοι.
Επί των καταθέσεων σε κοινό λογαριασμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ στοιχ. α του ΝΔ 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως:
(α) ότι δύναται να τεθεί ο όρος ότι, με τον θάνατο οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση και ο εξ αυτής λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, μέχρι του τελευταίου αυτών, οπότε η κατάθεση περιέρχεται σε αυτούς ελεύθερη παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους και
(β) ότι διάθεση της κατάθεσης με πράξη είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του αποβιώσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της κατάθεσης.
Από τις διατάξεις αυτές, από τις οποίες η πρώτη αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες διατάξεις, προκύπτει, ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επέρχονταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών, εκτός εάν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν.5638/32, ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες περιέρχεται αυτοδικαίως η κατάθεση και ο επ’ αυτής λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο, ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 351/2018, ΑΠ 1128/2017).
Αυτός που επικαλείται την πιο πάνω εξαίρεση της ύπαρξης του προσθέτου όρου του άρθρου 2 του ν. 5638/32 που αποτελεί ένσταση φέρει και το βάρος της απόδειξης (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1128/2017).
Προκειμένου να εξισορροπηθούν οι ως άνω εξαιρετικά ευνοϊκές διατάξεις υπέρ των καταθετών κοινού λογαριασμού και αντίστοιχα οι αυστηρές ρυθμίσεις του σε βάρος των αναγκαίων κληρονόμων, για τους οποίους οι σχετικές διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 1825 επ. ΑΚ), εισήχθη με τον Αστικό Κώδικα η διάταξη του άρθρου 117 του ΕισΝΑΚ, κατά την οποία, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέσθηκε δωρεά,αυτή κρίνεται σε σχέση με το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για καταθέτη που αποβίωσε μετά την εισαγωγή του ΑΚ.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για να εξευρεθεί κατά ποιο τρόπο θα προστατευθούν έναντι της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό οι νόμιμοι μεριδούχοι του αποβιώσαντος συγκαταθέτη, είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί η νομική φύση της πραγματοποιούμενης με την κοινή χρηματική κατάθεση, επίδοσης υπέρ του συγκαταθέτη της.
Έτσι, όταν κατατίθεται χρηματικό ποσό από χαριστική αιτία σε κοινό λογαριασμό, προκειμένου να επωφεληθεί ο συγκαταθέτης του ενεργητικού υπολοίπου της κατάθεσης, ακόμη και όταν προϋπόθεση της περιέλευσης της ωφελείας είναι ο θάνατος του παρέχοντος και η επιβίωση του λήπτη, θα μπορεί να γίνει λόγος για κληροδοσία (άρθρο 1714 ΑΚ) μόνο εφόσον έχει συνταχθεί νομοτύπως διαθήκη του παρέχοντος.
Διαφορετικά, όπως συμβαίνει συνήθως, θα πρόκειται περί δωρεάς.
Η εν λόγω δωρεά θα είναι αιτία θανάτου, αν η συμφωνία των ενδιαφερομένων συγκαταθετών, δηλαδή η εσωτερική τους σχέση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 2032 ΑΚ, άλλως θα είναι δωρεά εν ζωή.
Για να ισχύσει όμως η υπέρ του συγκαταθέτη χαριστική επίδοση ως δωρεά (εν ζωή ή αιτία θανάτου) χρειάζεται και η συνδρομή των λοιπών ουσιαστικών προϋποθέσεων του κύρους των εν λόγω δικαοπραξιών κατά τις διατάξεις των άρθροων 496 και 2032 επ. ΑΚ και συγκεκριμένα συμφωνία των συγκαταθετών και συμβολαιογραφικό έγγραφο, την έλλειψη του οποίου αναπληρώνει και στις δύο περιπτώσεις η κατάθεση των χρημάτων στον κοινό λογαριασμό, από όπου τα αποσύρει μετά ο δωρεοδόχος συγκαταθέτης.
Η διάταξη του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ, αποσκοπώντας στην προστασία των νομίμων μεριδούχων, χρησιμοποιεί τον όρο δωρεά με την έννοια όχι μόνο της δωρεάς εν ζωή (άρθρα 496 ΑΚ) και τούτο διότι ο νομοθέτης με την ανωτέρω διάταξη θέλησε να προασπίσει τα συμφέροντα των νομίμων μεριδούχων του αποβιώσαντος συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού έναντι των λαβόντων δυνάμει δωρεάς, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, χωρίς καμία διάκριση μεταξύ τους.
Η διαφορά της δωρεάς εν ζωή από αυτήν της αιτία θανάτου, έγκειται στο ότι στην μεν πρώτη ο δωρεοδόχος αποκτά αμέσως δικαίωμα στο πράγμα που δωρίζεται, ενώ στη δεύτερη ο δωρεοδόχος θα απολαύσει ότι του δωρήθηκε μόνον μετά το θάνατο του δωρητή.
Για το λόγο αυτό ένα ασφαλές κριτήριο, προκειμένου να δοθεί ο ορθός χαρακτηρισμός στη δωρεά, από την οποία θα κριθεί η έννομη προστασία της νόμιμης μοίρας, είναι η συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνδικαιούχου κατά τη λειτουργία του κοινού λογαριασμού, ενόσω ζούσε ο δωρητής συνδικαιούχος.
Αν λοιπόν, ζώντος του τελευταίου, ο δωρεοδόχος – συνδικαιούχος, προέβαινε σε αναλήψεις χρηματικών ποσών, θα πρέπει να θεωρηθεί ως δωρεά εν ζωή.
Στην περίπτωση αυτή ο νόμιμος μεριδούχος, μετά το θάνατο του δωρητή συνδικαιούχου θα προστατευθεί με βάση τα άρθρα 1831 και 1835 ΑΚ.
Αν, όμως, όσο ζούσε ο δωρητής, ο συνδικαιούχος δεν προέβη σε ανάληψη, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι υποκρύπτεται ο όρος της προαποβίωσης του πρώτου και επομένως πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου.
Στην περίπτωση αυτή και πάλι η δωρεά θα συμπεριληφθεί στην κληρονομία του αποθανόντος συνδικαιούχου για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου ως κληροδοσία (άρθρο 2035 ΑΚ) και χωρίς να εξετάζεται αν έγινε τα τελευταία δέκα χρόνια από το θάνατο του συνδικαιούχου ή αν την επέβαλαν ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγοι ευπρέπειας.
Επί πλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 2035, 1825 παρ. 2 και 1829 ΑΚ προκύπτει ότι η δωρεά αιτία θανάτου ως προς το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας των αναγκαίων κληρονόμων και τον υπολογισμό αυτής λαμβάνεται ως κληροδοσία, τα δε δωρηθέντα αιτία θανάτου θεωρούνται ως υπάρχοντα στην κληρονομία, δεν προστίθενται πλασματικώς στην πραγματική ομάδα, αλλά υπολογίζονται στο ενεργητικό αυτής κατ’ άρθρο 1831 παρ. 1 εδ. α ΑΚ.
Επομένως, αν προσβάλλεται το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας των ως άνω κληρονόμων, η δωρεά είναι αυτοδικαίως άκυρη και δεν χρήζει μέμψης κατά το ποσοστό κατά το οποίο κατ’ αξίαν απαιτείται για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας, με την επισημείωση ότι στην περίπτωση που ακυρώνονται περισσότερες δωρεές αιτία θανάτου, ακυρώνονται συμμέτρως, σύμφωνα με όσα ισχύουν για τις κληροδοσίες.
Την ακυρότητα όμως αυτή πρέπει να προτείνει ο ενδιαφερόμενος μεριδούχος, ο οποίος μπορεί να εναγάγει το δωρεοδόχο είτε με την περί κλήρου είτε με τη διεκδικητική αγωγή.
Ειδικά όμως για τις δωρεές αιτία θανάτου, οι οποίες συντελέσθηκαν με κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η τράπεζα διατηρεί αυτοτελές δικαίωμα κυριότητας επί των χρημάτων της κατάθεσης και έναντι αυτής οι αναγκαίοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος δωρητή αποκλείονται από την άσκηση δικαιωμάτων επί της κατάθεσης κατ’ άρθρο 3 ν.5638/ 1932, το οποίο ως ειδικότερο κατισχύει του άρθρου 1825 παρ. 2 ΑΚ.
Ως εκ τούτου οι νόμιμοι μεριδούχοι δεν αποκτούν ευθέως εμπράγματο δικαίωμα επί της κατάθεσης, που θίγει τη νόμιμη μοίρα τους.
Άρα δεν διαθέτουν την περί κλήρου ή τη διεκδικητική αγωγή.
Αντ’ αυτών έχουν με βάση τη διάταξη του άρθρου 117 ΕιΣΝΑΚ ενοχική μόνο αξίωση κατά του αιτία θανάτου δωρεοδόχου για το ποσό, που απαιτείται για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας τους ακόμη και αν ο τελευταίος μετά το θάνατο του δωρητή δεν έχει προβεί σε ανάληψη του υπολοίπου της κατάθεσης.
Για να κριθεί όμως αν μία δωρεά αιτία θανάτου προσβάλλει ή όχι τη νόμιμη μοίρα, πρέπει προηγουμένως να γίνει ο υπολογισμός αυτής, δηλαδή ο προσδιορισμός της κληρονομικής ομάδας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1831, 1833 και 1834 ΑΚ ( ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1081/2017, ΑΠ 1081/2014).








